Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀδελφοκτονία

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀδελφοκτονί αἱ ἀδελφοκτονίαι
      γενική τῆς ἀδελφοκτονίᾱς τῶν ἀδελφοκτονιῶν
      δοτική τῇ ἀδελφοκτονί ταῖς ἀδελφοκτονίαις
    αιτιατική τὴν ἀδελφοκτονίᾱν τὰς ἀδελφοκτονίᾱς
     κλητική ! ἀδελφοκτονί ἀδελφοκτονίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀδελφοκτονί
γεν-δοτ τοῖν  ἀδελφοκτονίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀδελφοκτονία < ἀδελφο- + -κτονία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ðel.ɸo.ktoˈni.a/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: δελφοκτονία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀδελφοκτονία, -ας θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἀδελφοκτονία (ελληνιστική κοινή)

καθαρεύουσα: ἀδελφοκτονία
νέα ελληνικά: αδελφοκτονία