Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀδετούρης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αδετούρης

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀδετούρης < (άμεσο δάνειο) προβηγκιανή auditour με προσαρμογή στην ελληνική προφορά + -ης
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: κυπριακά: αδετούρης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀδετούρης αρσενικό