Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀδημονία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αδημονία

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀδημονί αἱ ἀδημονίαι
      γενική τῆς ἀδημονίᾱς τῶν ἀδημονιῶν
      δοτική τῇ ἀδημονί ταῖς ἀδημονίαις
    αιτιατική τὴν ἀδημονίᾱν τὰς ἀδημονίᾱς
     κλητική ! ἀδημονί ἀδημονίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀδημονί
γεν-δοτ τοῖν  ἀδημονίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀδημονία (ελληνιστική κοινή) < ἀδημον(έω) + -ία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀδημονία, -ας θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  • δυσφορία, ανησυχία
      1ος κε αιώνας Φίλων ο Ιουδαίος, Περί του βίου Μωυσέως (λόγος πρώτος), 1.120, @scaife.perseus
    κἄπειτ’ ἄνεμος καταράττει, νότος βιαιότατος, ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ νύκτα προσεπιτεινόμενος καὶ σφοδρυνόμενος, αὐτὸς καθ’ αὑτὸν ὢν μεγάλη ζημία· ξηρός τε γάρ ἐστι καὶ κεφαλαλγὴς καὶ βαρυήκοος, ἄσας τε καὶ ἀδημονίας ἐμποιεῖν ἱκανός,
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Ἠθικά Περὶ τοῦ ἀκούειν, Section 16, 47a @scaife.perseus
    διὸ δεῖ πάσχειν μέν τι καὶ δάκνεσθαι, μὴ συντρίβεσθαι δὲ μηδʼ ἀθυμεῖν τὸν ἐλεγχόμενον, ἀλλʼ ὥσπερ ἐν τελετῇ κατηργμένης αὐτοῦ φιλοσοφίας τοὺς πρώτους καθαρμοὺς καὶ θορύβους ἀνασχόμενον ἐλπίζειν τι γλυκὺ καὶ λαμπρὸν ἐκ τῆς παρούσης ἀδημονίας καὶ ταραχῆς.
      2ος κε αιώνας Γαληνός, In Hippocratis Epidemiarum I, 1.2.75, p.179 @scaife.perseus
    τὸ δὲ τῆς ἀγρυπνίας καὶ τῆς ἀδημονίας σύμπτωμα διὰ παντός ἐστι μοχθηρὸν, οὐ κατὰ μόνην τὴν ἀρχὴν, ὥσπερ γε καὶ τὸ ἐφιδροῦν.