ἀείδω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀείδω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂weyd-

Ρήμα[επεξεργασία]

ἀείδω (ιωνικός τύπος )

  1. τραγουδώ
  2. παράγω διάφορους ήχους ή θορύβους

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]