ἀείζωος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀείζωος τὸ ἀείζωον οἱ, αἱ ἀείζωοι τὰ ἀείζωα
Γενική τοῦ, τῆς ἀειζώου τοῦ ἀειζώου τῶν ἀειζώων τῶν ἀειζώων
Δοτική τῷ, τῇ ἀειζώῳ τῷ ἀειζώῳ τοῖς, ταῖς ἀειζώοις τοῖς ἀειζώοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀείζωον τὸ ἀείζωον τοὺς, τὰς ἀειζώους τὰ ἀείζωα
Κλητική ἀείζωε ἀείζωον ἀείζωοι ἀείζωα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀειζώω
Γενική-Δοτική ἀειζώοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀείζωος < ἀεί + ζωός ("ζωντανός")

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀείζωος, -ος, -ον

  1. αυτός που πάντα ζει, αθάνατος
    πῦρ ἀείζωον (Ηράκλειτος, 30)
  2. (για φυτό) καταπράσινος
    πόα ἀείζωος

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]