ἀθήρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ἀθύρ

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἀθήρ ἀθέρες
Γενική ἀθέρος ἀθέρων
Δοτική ἀθέρι ἀθέρσι(ν)
Αιτιατική ἀθέρα ἀθέρας
Κλητική ἀθήρ ἀθέρες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀθήρ < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀθήρ αρσενικό

  1. το άγανο του σταχυού
  2. το ίδιο το στάχυ
  3. το άγανο του σταριού
  4. ο φλοιός του σταριού
  5. το άχυρο
  6. η αιχμή του ακοντίου
     συνώνυμα: ἀκίς