ἀθλέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀθλέω < ἆθλος + -jω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἀθλέω - ἀθλῶ (συνηρημένο)

  1. αγωνίζομαι, παλεύω
  2. κοπιάζω
  3. κατορθώνω
  4. (μεταγενέστερο) είμαι αθλητής


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]