ἀκίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀκίς θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀκίς < ἀκή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀκίς θηλυκό

  1. η αιχμή, η μύτη κάθε αιχμηρού αντικειμένου
  2. (συνεκδοχικά) κάθε τι μυτερό, βέλος, άκρη βέλους κλπ