ἀκαμαντομάχης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀκαμαντομάχης τώ ἀκαμαντομάχα οἱ ἀκαμαντομάχαι
Γενική τοῦ ἀκαμαντομάχου τοῖν ἀκαμαντομάχαιν τῶν ἀκκαμαντομαχῶν
Δοτική τῷ ἀκαμαντομάχ τοῖν ἀκαμαντομάχαιν τοῖς ἀκαμαντομάχαις
Αιτιατική τόν ἀκαμαντομάχην τώ ἀκαμαντομάχα τούς ἀκαμαντομάχας
Κλητική (ὦ) ἀκαμαντομάχη (ὦ) ἀκαμαντομάχα (ὦ) ἀκαμαντομάχαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀκαμαντομάχης < ἀκάμας + -ο- + μάχη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀκαμαντομάχης αρσενικό

  • αυτός που δεν κουράζεται στη μάχη