ἀκαρί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: άκαρι, ἄκαρι

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀκαρί < πιθανόν συμφυρμός των ἀκαρής (μικροσκοπικός) + κόρις (κοριός)[1][2]. Ο Edzard Furnée το συνδέει με το κάρνος (ψείρα -και σημασία: πρόβατο-). Ο Beekes θεωρεί το κόρις συγγενές και πιθανή μια προελληνική προέλευση[3]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀκαρί ουδέτερο

  • το άκαρι
    ※  Καὶ ἐπὶ κηρίῳ δὲ γίνεται παλαιουμένῳ, ὥσπερ ἐν ξύλῳ ζῷον, ὃ δὴ δοκεῖ ἐλάχιστον εἶναι τῶν ζῴων πάντων καὶ καλεῖται ἀκαρί, λευκὸν καὶ μικρόν
    Αριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, 5.32,2 (557b.)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Chantraine, Pierre. Dictionnaire étymologique de la langue grecque. [Ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας ελληνικής] (στα γαλλικά) Παρίσι: Klincksieck, 1968
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  3. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 

Πηγές[επεξεργασία]