ἀκινάκης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λέξη περσικής καταγωγής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀκινάκης αρσενικό

  1. κοντό ίσιο ξίφος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • νὴ τὸν ἀκινάκην: όρκος των Σκυθών

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 47