ἀκμή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ακμή

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀκμή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂eḱ- (κοφτερός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀκμή θηλυκό

  1. η άκρη, η αιχμή, η κόψη
  2. η ακμή, το υψηλότερο σημείο της ανάπτυξης ενός όντος ή μιας πορείας
  3. ο κατάλληλος καιρός για να γίνει κάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]