ἀκμή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ακμή

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀκμή < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂eḱ- (κοφτερός)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀκμή θηλυκό

  1. η άκρη, η αιχμή, η κόψη
  2. η ακμή, το υψηλότερο σημείο της ανάπτυξης ενός όντος ή μιας πορείας
  3. ο κατάλληλος καιρός για να γίνει κάτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]