ἀκοστή
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ἀκοστή | αἱ | ἀκοσταί | ||||
| γενική | τῆς | ἀκοστῆς | τῶν | ἀκοστῶν | ||||
| δοτική | τῇ | ἀκοστῇ | ταῖς | ἀκοσταῖς | ||||
| αιτιατική | τὴν | ἀκοστήν | τὰς | ἀκοστᾱ́ς | ||||
| κλητική ὦ! | ἀκοστή | ἀκοσταί | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀκοστᾱ́ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀκοσταῖν | ||||||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀκοστή < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἀκοστή, -ῆς θηλυκό (ελληνιστική κοινή)
- (τρόφιμο) το κριθάρι
- ※ 2ος πκε αιώνας Νίκανδρος ο Κολοφώνιος, Αλεξιφάρμακα, στίχ. 106, @scaife.perseus
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀκοστή - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά οξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις οξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Τρόφιμα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)