Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀκοστή

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀκοστή αἱ ἀκοσταί
      γενική τῆς ἀκοστῆς τῶν ἀκοστῶν
      δοτική τῇ ἀκοστ ταῖς ἀκοσταῖς
    αιτιατική τὴν ἀκοστήν τὰς ἀκοστᾱ́ς
     κλητική ! ἀκοστή ἀκοσταί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀκοστᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ἀκοσταῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀκοστή < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀκοστή, -ῆς θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]