Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀκροχάλιξ

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀκροχάλιξ < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀκροχάλιξ

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀκροχάλιξ

  • λίγο μεθυσμένος
      12ος αιώνας Μανασσῆς, Κωνσταντῖνος, Compendium chronicum @catholiclibrary.org
    ὡς δὲ πολλοὺς ὁ μυσαρὸς Νέρων ἐδίδου ξίφει, ὡς ἀκροχάλιξ, ὡς ὑγρὸς χοῖρος ἀκρατοπότης, ὑπὸ παντὸς μεμίσητο τοῦ πλήθους μῖσος ἄκρον, καὶ πάντες ἀπεστρέφοντο καὶ τὴν ἐκείνου θέαν·

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / ἀκροχάλιξ οἱ/αἱ ἀκροχάλικες
      γενική τοῦ/τῆς ἀκροχάλικος τῶν ἀκροχαλίκων
      δοτική τῷ/τῇ ἀκροχάλικ τοῖς/ταῖς ἀκροχάλιξ(ν)
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀκροχάλικ τοὺς/τὰς ἀκροχάλικᾰς
     κλητική ! ἀκροχάλιξ ἀκροχάλικες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀκροχάλικε
γεν-δοτ τοῖν  ἀκροχαλίκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀκροχάλιξ (ελληνιστική κοινή) < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀκροχάλιξ, -ικος αρσενικό ή θηλυκό, (σε επιθετική λειτουργία) (ελληνιστική κοινή)