ἀκροχάλιξ
Εμφάνιση
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀκροχάλιξ < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀκροχάλιξ
Επίθετο
[επεξεργασία]ἀκροχάλιξ
- λίγο μεθυσμένος
- ※ 12ος αιώνας ⌘ Μανασσῆς, Κωνσταντῖνος, Compendium chronicum @catholiclibrary.org
- ὡς δὲ πολλοὺς ὁ μυσαρὸς Νέρων ἐδίδου ξίφει, ὡς ἀκροχάλιξ, ὡς ὑγρὸς χοῖρος ἀκρατοπότης, ὑπὸ παντὸς μεμίσητο τοῦ πλήθους μῖσος ἄκρον, καὶ πάντες ἀπεστρέφοντο καὶ τὴν ἐκείνου θέαν·
- ※ 12ος αιώνας ⌘ Μανασσῆς, Κωνσταντῖνος, Compendium chronicum @catholiclibrary.org
Πηγές
[επεξεργασία]- σελ.192, Τόμος 1 - ⌘ Κριαράς, Εμμανουήλ. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α-… (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23-… Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία. Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | ἀκροχάλιξ | οἱ/αἱ | ἀκροχάλικες | ||||
| γενική | τοῦ/τῆς | ἀκροχάλικος | τῶν | ἀκροχαλίκων | ||||
| δοτική | τῷ/τῇ | ἀκροχάλικῐ | τοῖς/ταῖς | ἀκροχάλιξῐ(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | ἀκροχάλικᾰ | τοὺς/τὰς | ἀκροχάλικᾰς | ||||
| κλητική ὦ! | ἀκροχάλιξ | ἀκροχάλικες | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀκροχάλικε | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀκροχαλίκοιν | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀκροχάλιξ (ελληνιστική κοινή) < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἀκροχάλιξ, -ικος αρσενικό ή θηλυκό, (σε επιθετική λειτουργία) (ελληνιστική κοινή)
- ελαφρά μεθυσμένος
- ※ 3ος πκε αιώνας ⌘ Απολλώνιος ο Ρόδιος, Ἀργοναυτικά, 4.432, @scaife.perseus
- ἀκροχάλιξ οἴνῳ καὶ νέκταρι, καλὰ μεμαρπὼς
- ≈ συνώνυμα: ἀκροθώραξ, ἀκροθώρηξ
- ※ 3ος πκε αιώνας ⌘ Απολλώνιος ο Ρόδιος, Ἀργοναυτικά, 4.432, @scaife.perseus
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀκροχάλιξ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'φύλαξ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' εξαιρέσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης κοινού γένους (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' κοινού γένους (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά κοινού γένους παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)