ἀκτίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἀκτίς ἀκτῖνε ἀκτῖνες
Γενική ἀκτῖνος ἀκτίνοιν ἀκτίνων
Δοτική ἀκτῖνι ἀκτίνοιν ἀκτῖσι(ν)
Αιτιατική ἀκτῖνα ἀκτῖνε ἀκτῖνας
Κλητική ἀκτίς ἀκτῖνε ἀκτῖνες
δοτική πληθυντικού & ἀκτίνεσσιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀκτίς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *akt-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀκτίς θηλυκό

  1. ακτίνα (ηλίου, τροχού κ.λπ.)
    οὐδέ ποτ' αὐτοὺς / Ἠέλιος φαέθων καταδέρκεται ἀκτίνεσσιν (Όμηρος, Οδύσσεια, λ 15-16)
  2. ἀκτῖνες μέσαι: μεσημέρι, μεσημβρία
  3. φλόγα
  4. αστραπή
  5. λαμπρότητα
  6. αίγλη, δόξα

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]