ἀκωκή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ᾰκωκα-
ονομαστική ἀκωκή αἱ ἀκωκαί
      γενική τῆς ἀκωκῆς τῶν ἀκωκῶν
      δοτική τῇ ἀκωκ ταῖς ἀκωκαῖς
    αιτιατική τὴν ἀκωκήν τὰς ἀκωκᾱ́ς
     κλητική ! ἀκωκή ἀκωκαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀκωκᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ἀκωκαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀκωκή < ἀκή • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀκωκή (ᾰ) θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]