Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀκόνη

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀκόνη αἱ ἀκόναι
      γενική τῆς ἀκόνης τῶν ἀκονῶν
      δοτική τῇ ἀκόν ταῖς ἀκόναις
    αιτιατική τὴν ἀκόνην τὰς ἀκόνᾱς
     κλητική ! ἀκόνη ἀκόναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀκόν
γεν-δοτ τοῖν  ἀκόναιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'βελόνη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

ἀκόνη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂eḱ-

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀκόνη θηλυκό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]