ἀλέκτωρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἀλέκτωρ ἀλέκτορες
Γενική ἀλέκτορος ἀλεκρόρων
Δοτική ἀλέκτορι ἀλέκτορσι
Αιτιατική ἀλέκτορα ἀλέκτορας
Κλητική ἀλέκτορ ἀλέκτορες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. ἀλέκτωρ < ἀλέξω
  2. ἀλέκτωρ < ἀ- + λέκτρον < λέγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀλέκτωρ αρσενικό (ποιητικός τύπος του ἀλεκτρυών)

  1. κόκορας, πετεινός
    Ἀμὴν λέγω σοι ὅτι σὺ σήμερον ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ πρὶν ἢ δὶς ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με. (Κατά Μάρκον, 14, 26-30)
  2. άγαμος
    Συνώνυμα: ἄλεκτρος

Συνώνυμα[επεξεργασία]