ἀλαζονεύομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀλαζονεύομαι < ἀλαζών (γενική ἀλαζόνος) + -εύομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἀλαζονεύομαι αποθετικό με ενεργητική διάθεση

  1. κομπάζω, μιλώ αλαζονικά, αλαζονεύομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]