Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀλαλή

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀλαλή αἱ ἀλαλαί
      γενική τῆς ἀλαλῆς τῶν ἀλαλῶν
      δοτική τῇ ἀλαλ ταῖς ἀλαλαῖς
    αιτιατική τὴν ἀλαλήν τὰς ἀλαλᾱ́ς
     κλητική ! ἀλαλή ἀλαλαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀλαλᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ἀλαλαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀλαλή < (ηχομιμητική λέξη) λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀλαλή, -ῆς [ᾰλᾰ] θηλυκό

  1. δυνατή κραυγή
  2. πολεμική κραυγή
  3. ιαχή της μάχης και η ίδια η μάχη

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]