ἀλγεινός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αλγεινός

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀλγεινός ἀλγεινή ἀλγεινόν ἀλγεινοί ἀλγειναί ἀλγεινά
Γενική ἀλγεινοῦ ἀλγεινῆς ἀλγεινοῦ ἀλγεινῶν ἀλγεινῶν ἀλγεινῶν
Δοτική ἀλγεινῷ ἀλγεινῇ ἀλγεινῷ ἀλγεινοῖς ἀλγειναῖς ἀλγεινοῖς
Αιτιατική ἀλγεινόν ἀλγεινήν ἀλγεινόν ἀλγεινούς ἀλγεινάς ἀλγεινά
Κλητική ἀλγεινέ ἀλγεινή ἀλγεινόν ἀλγεινοί ἀλγειναί ἀλγεινά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀλγεινώ ἀλγεινά
Γενική-Δοτική ἀλγεινοῖν ἀλγειναῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀλγεινός < ἄλγος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀλγεινός,ή,όν και ἀλεγεινός (ποιητική μορφή)

  1. ο αλγεινός, ο οδυνηρός, που προκαλεί πόνο
    Σωκράτης: ἆρ᾽ οὖν ἀλγεινότερόν ἐστιν τοῦ πένεσθαι καὶ κάμνειν, τὸ ἄδικον εἶναι καὶ ἀκόλαστον καὶ δειλὸν καὶ ἀμαθῆ; : Ώστε νομίζεις ότι είναι πιο οδυνηρό από το να είσαι πάμφτωχος και άρρωστος, το να εισαι άδικος, ακολαστος, δειλός και αμαθής; (Γοργίας)
  2. (σπανίως με παθητική έννοια) εκείνος που νιώθει πόνο, οδύνη
    ἁνὴρ γὰρ οὐ στενακτὸς οὐδὲ σὺν νόσοις ἀλγεινὸς ἐξεπέμπετ᾽, ἀλλ᾽ εἴ τις βροτῶν θαυμαστός : Ο άνδρας πέθανε χωρίς να δώσει λόγο να τον κλάψουν ούτε πονώντας από αρρώστιες, αλλά πιο θαυμαστός από όλους τους θνητούς. (Σοφοκλής, Οιδίπους επί Κ. 1665)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]