ἀλεκτρυών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀλεκτρυών ἀλεκτρυόνε ἀλεκτρυόνες
Γενική ἀλεκτρυόνος ἀλεκτρυόνοιν ἀλεκτρυόνων
Δοτική ἀλεκτρυόνι ἀλεκτρυόνοιν ἀλεκτρυόσι(ν)
Αιτιατική ἀλεκτρυόνα ἀλεκτρυόνε ἀλεκτρυόνας
Κλητική ἀλεκτρυών ἀλεκτρυόνε ἀλεκτρυόνες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀλεκτρυών < ἀλέξω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀλεκτρυών αρσενικό

  1. κόκορας, πετεινός
    ἐξεγρέσθαι δὲ πρὸς ἡμέραν ἤδη ἀλεκτρυόνων ᾀδόντων (Πλάτων, Συμπόσιον, 223C)
     συνώνυμα:: ἀλέκτωρ, κόττος, πετεινός
  2. θηλυκό· ἡ ἀλεκτρυών: η κότα
     συνώνυμα:: ἡ ἀλεκτρύαινα, ἡ ὄρνις, ἡ ἀλέκτωρ, ἡ ἀλεκτορίς