ἀλεξιβρόχιον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | ἀλεξιβρόχιον | τὰ | ἀλεξιβρόχια | ||||
| γενική | τοῦ | ἀλεξιβροχίου | τῶν | ἀλεξιβροχίων | ||||
| δοτική | τῷ | ἀλεξιβροχίῳ | τοῖς | ἀλεξιβροχίοις | ||||
| αιτιατική | τὸ | ἀλεξιβρόχιον | τὰ | ἀλεξιβρόχια | ||||
| κλητική ὦ! | ἀλεξιβρόχιον | ἀλεξιβρόχια | ||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.le.ksiˈvɾo.çi.on/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἀ‐λε‐ξι‐βρό‐χι‐ον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἀλεξιβρόχιον ουδέτερο
- (καθαρεύουσα) η ομπρέλα
- ※ Ἒκλεισα τὸ ἀλεξιβρόχιόν μου, ἕτοιμος ν' ἀμυνθῶ δι' αὐτοῦ ἐλλείψει ἄλλου ὅπλου καὶ νὰ πωλήσω τουλάχιστον ἀκριβὰ τὸ δέρμα μου. (Χαράλαμπος Άννινος, Ἀττικαὶ ἡμέραι)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ἀλεξιβρόχιον, σελ.38, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀλεξιβρόχιον σελ.233 - ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)