Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀλθαίνω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀλθαίνω < λείπει η ετυμολογία

ἀλθαίνω

  1. (ιατρική) θεραπεύω, γιατρεύω
      4ος/3ος πκε αιώνας Λυκόφρων ο Χαλκιδεύς, Ἀλεξάνδρα, 582, @scaife.perseus
    τρύχουσαν ἀλθανοῦσιν, ἐλθοῦσαί ποτε
  2. (ιατρική, στην παθητική φωνή) θεραπεύομαι, καθίσταμαι υγιής
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 5 (Ε. Διομήδους ἀριστεία.), στίχ. 417 (416-417)
    Ἦ ῥα, καὶ ἀμφοτέρῃσιν ἀπ᾽ ἰχῶ χειρὸς ὀμόργνυ· | ἄλθετο χείρ, ὀδύναι δὲ κατηπιόωντο βαρεῖαι.
    Είπε· και με τα χέρια της σφογγίζει τον ιχώρα | απ᾽ την παλάμην κι έκλεισ᾽ η πληγή κι οι πόνοι επαύσαν.
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Ἱπποκράτης, Περὶ νούσων [νόσων], (De morbis i-iii), 2.33, @scaife.perseus
    καὶ ἐπὴν ἤδη τὸ ἕλκος ἀλθαίνηται, μόλιβδον ποιησάμενος ὥς τοι καθίκῃ πρὸς τὸ ἕλκος, τοῦτον μέλιτι χρίων προστιθέναι ἔστ’ ἂν ὑγιὴς γένηται.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]