Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀλλά

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀλλά < Αρχικά η αιτιατική πληθυντικού ουδετέρου γένους του ἄλλος, με επιρρηματικό καταβιβασμό τόνου < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos (άλλος)[1]. Παραβάλετε τα επιρρήματα πολλά και ἄγαν, επίσης από την αιτιατική πτώση. Συγγενή: λατινική alius.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /al.lá/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ἀλλά

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

ἀλλά

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἀλλά (αρχαία ελληνικά)

νέα ελληνικά: αλλά
καππαδοκικά: αλά
τσακωνικά: αλλά
κοπτικά: ⲁⲗⲗⲁ

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἀλλά σελ. 71 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.