Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀλλοῖος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἀλλοῖος ἀλλοί τὸ ἀλλοῖον
      γενική τοῦ ἀλλοίου τῆς ἀλλοίᾱς τοῦ ἀλλοίου
      δοτική τῷ ἀλλοί τῇ ἀλλοί τῷ ἀλλοί
    αιτιατική τὸν ἀλλοῖον τὴν ἀλλοίᾱν τὸ ἀλλοῖον
     κλητική ! ἀλλοῖε ἀλλοί ἀλλοῖον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἀλλοῖοι αἱ ἀλλοῖαι τὰ ἀλλοῖ
      γενική τῶν ἀλλοίων τῶν ἀλλοίων τῶν ἀλλοίων
      δοτική τοῖς ἀλλοίοις ταῖς ἀλλοίαις τοῖς ἀλλοίοις
    αιτιατική τοὺς ἀλλοίους τὰς ἀλλοίᾱς τὰ ἀλλοῖ
     κλητική ! ἀλλοῖοι ἀλλοῖαι ἀλλοῖ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀλλοίω τὼ ἀλλοί τὼ ἀλλοίω
      γεν-δοτ τοῖν ἀλλοίοιν τοῖν ἀλλοίαιν τοῖν ἀλλοίοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «ὡραῖος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀλλοῖος < ἄλλος + -οῖος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀλλοῖος, -α, -ον

  1. διαφορετικός
  2. κακός, μοχθηρός

Συγγενικά

[επεξεργασία]