Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀλλόφρων

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αλλόφρων

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / ἀλλόφρων οἱ/αἱ ἀλλόφρονες
      γενική τοῦ/τῆς ἀλλόφρονος τῶν ἀλλοφρόνων
      δοτική τῷ/τῇ ἀλλόφρον τοῖς/ταῖς ἀλλόφροσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀλλόφρον τοὺς/τὰς ἀλλόφρονᾰς
     κλητική ! ἀλλόφρον ἀλλόφρονες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀλλόφρονε
γεν-δοτ τοῖν  ἀλλοφρόνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'γείτων' όπως «μέμνων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀλλόφρων < ἄλλος + -φρων (φρην)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀλλόφρων, -ονος αρσενικό ή θηλυκό

Παράγωγα

[επεξεργασία]