ἀμανίτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἀμανίτης ἀμανίτα ἀμανίται
Γενική ἀμανίτου ἀμανίταιν ἀμανιτῶν
Δοτική ἀμανίτ ἀμανίταιν ἀμανίταις
Αιτιατική ἀμανίτην ἀμανίτα ἀμανίτας
Κλητική ἀμανίτα ἀμανίτα ἀμανίται

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀμανίτης < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀμανίτης

  1. μανιτάρι