ἀμαυρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀμαυρός ἀμαυρά ἀμαυρόν ἀμαυροί ἀμαυραί ἀμαυρά
Γενική ἀμαυροῦ ἀμαυρᾶς ἀμαυροῦ ἀμαυρῶν ἀμαυρῶν ἀμαυρῶν
Δοτική ἀμαυρῷ ἀμαυρᾷ ἀμαυρῷ ἀμαυροῖς ἀμαυραῖς ἀμαυροῖς
Αιτιατική ἀμαυρόν ἀμαυράν ἀμαυρόν ἀμαυρούς ἀμαυράς ἀμαυρά
Κλητική ἀμαυρέ ἀμαυρά ἀμαυρόν ἀμαυροί ἀμαυραί ἀμαυρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀμαυρώ ἀμαυρά
Γενική-Δοτική ἀμαυροῖν ἀμαυραῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀμαυρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mau-ro- (ανήλιαγος, μαύρος, σκοτεινός)


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀμαυρός ἀμαυρός ἀμαυρόν ἀμαυροί ἀμαυροί ἀμαυρά
Γενική ἀμαυροῦ ἀμαυροῦ ἀμαυροῦ ἀμαυρῶν ἀμαυρῶν ἀμαυρῶν
Δοτική ἀμαυρῷ ἀμαυρῷ ἀμαυρῷ ἀμαυροῖς ἀμαυροῖς ἀμαυροῖς
Αιτιατική ἀμαυρόν ἀμαυρόν ἀμαυρόν ἀμαυρούς ἀμαυρούς ἀμαυρά
Κλητική ἀμαυρέ ἀμαυρέ ἀμαυρόν ἀμαυροί ἀμαυροί ἀμαυρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀμαυρώ ἀμαυρώ
Γενική-Δοτική ἀμαυροῖν ἀμαυροῖν

ἀμαυρός, -ά, -όν & -ός, -όν

  1. δυσδιάκριτος, αμυδρός, ομιχλώδης
  2. σκοτεινός
  3. τυφλός
  4. (ήχος) ασαφής, ασθενής
  5. αβέβαιος
  6. άγνωστος, άσημος
  7. κατηφής, μελαγχολικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]