Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀμμοπλύτης

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀμμοπλύτης < μεσαιωνική ελληνική ἀμμοπλύνω ή αρχαία ελληνική ἄμμος + ελληνιστική κοινή πλύντης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀμμοπλύτης αρσενικό

  • (επάγγελμα) εργάτης που πλένει άμμο για να συλλέξει ψήγματα χρυσού
      12ος αιώνας Πτωχοπρόδρομος, ανωνύμου, (τέσσερα επαιτικά ποιήματα), Ποίημα Β', ms. G., στίχ. 89 (87-89) @anemi.lib.uoc.gr
    καὶ δίδουν τα καὶ τρώγουν τα, Χριστέ, τῆς ἀνοχῆς σου!,
    καὶ ἀφʼ ὅτου τὰ χωνεύουσιν, ὡς χρυσοχοὶ τεχνῖται,
    καὶ ἀμμοπλύνουν τα καλά, ὥσπερ οἱ ἀμμοπλύται,
    D. C. Hesseling & Hubert Pernot (επιμ.), Poèmes prodromiques en grec vulgaire [Verhandelingender Koninklijke Akademie van Wetenschappen te Amsterdam, Afdeeling Letterkunde, Nieuwe Reeks, Deel XI, No 1], Johanes Müller, Amsterdam 1910.

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]