Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀμνησιπόνηρος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἀμνησιπόνηρος τὸ ἀμνησιπόνηρον
      γενική τοῦ/τῆς ἀμνησιπονήρου τοῦ ἀμνησιπονήρου
      δοτική τῷ/τῇ ἀμνησιπονήρ τῷ ἀμνησιπονήρ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀμνησιπόνηρον τὸ ἀμνησιπόνηρον
     κλητική ! ἀμνησιπόνηρε ἀμνησιπόνηρον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἀμνησιπόνηροι τὰ ἀμνησιπόνηρ
      γενική τῶν ἀμνησιπονήρων τῶν ἀμνησιπονήρων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀμνησιπονήροις τοῖς ἀμνησιπονήροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀμνησιπονήρους τὰ ἀμνησιπόνηρ
     κλητική ! ἀμνησιπόνηροι ἀμνησιπόνηρ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀμνησιπονήρω τὼ ἀμνησιπονήρω
      γεν-δοτ τοῖν ἀμνησιπονήροιν τοῖν ἀμνησιπονήροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀμνησιπόνηρος (ελληνιστική κοινή) < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀμνησιπόνηρος, -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)

  • που συγχωρεί, που ξεχνά τις προσβολές
      2ος/3ος κε αιώνας Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρώματα, 7.12.69, @scaife.perseus
    οἱ γὰρ πρὸς ἐχθροὺς ἀφιλάργυροι καὶ ἀμνησιπόνηροι πόσῳ μᾶλλον πρὸς τοὺς οἰκείους ἀγαπητικοί; ὁ τοιοῦτος ἐκ τούτου πρόεισιν ἐπὶ τὸ ἀκριβῶς εἰδέναι καὶ ὅτῳ ἄν τις μάλιστα καὶ ὁπόσον καὶ ὁπότε καὶ ὅπως ἐπιδῴη.