ἀμνός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀμνός ἀμνώ ἀμνοί
Γενική ἀμνοῦ ἀμνοῖν ἀμνῶν
Δοτική ἀμν ἀμνοῖν ἀμνοῖς
Αιτιατική ἀμνόν ἀμνώ ἀμνούς
Κλητική ἀμνέ ἀμνώ ἀμνοί
ενικός: γενική & ἀρνός, δοτική & ἀρνί, αιτιατική & ἄρνᾰ.
πληθυντικός: ονομαστική & ἄρνες, γενική & ἀρνῶν, δοτική & ἀρνάσι & ἄρνεσσι,
αιτιατική & ἄρνᾰς, κλητική & ἄρνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀμνός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂egʷʰno-. Συγγενές με το (λατινικά) agnus.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀμνός αρσενικό ή θηλυκό

  1. αμνός
  2. ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ: (μεταφορικά) ο Χριστός
    Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. (Ευαγγέλιο Κατά Ιωάννην, α29)