Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀμυγδαλῆ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀμυγδάλη

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀμυγδαλέᾱ   > ἀμυγδαλ αἱ ἀμυγδαλέαι   > ἀμυγδαλαῖ
      γενική τῆς ἀμυγδαλέᾱς > ἀμυγδαλῆς τῶν ἀμυγδαλεῶν > ἀμυγδαλῶν
      δοτική τῇ ἀμυγδαλέ   > ἀμυγδαλ ταῖς ἀμυγδαλέαις > ἀμυγδαλαῖς
    αιτιατική τὴν ἀμυγδαλέᾱν > ἀμυγδαλῆν τὰς ἀμυγδαλέᾱς   > ἀμυγδαλᾶς
     κλητική ! ἀμυγδαλέᾱ   > ἀμυγδαλ ἀμυγδαλέαι   > ἀμυγδαλαῖ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀμυγδαλέᾱ   > ἀμυγδαλ
γεν-δοτ τοῖν  ἀμυγδαλέαιν   > ἀμυγδαλαῖν
1η κλίση, ομάδα 'συκέα συκῆ', Κατηγορία 'συκῆ' όπως «συκῆ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀμυγδαλῆ < προελληνική (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀμυγδαλῆ θηλυκό

  • (δέντρο) συνηρημένη μορφή του ἀμυγδαλέα: η αμυγδαλιά
      5ος πκε αιώνας Ἱπποκράτης, Γυναικεῖα, (De muliebribus), 1.51 @scaife.perseus
    Ἢν ἐκ τόκου ἀλγέῃ, ῥητίνην τερεβινθίνην καὶ μέλι καὶ οἶνον χλιερὸν διδόναι ῥοφέειν, καὶ ἢν φλεγμήνωσιν αἱ μῆτραι, τοῦτο παύσει. Ἢν δὲ ἀλγέῃ τῶν μητρέων τόπον, ἀμυγδαλῆς τρίψας πικρῆς καὶ ἐλαίης τὰ ἁπαλὰ φύλλα, καὶ κύμινον καὶ δάφνης καρπὸν ἢ τὰ φύλλα, καὶ ἄννησον καὶ ἐρύσιμον καὶ ὀρίγανον καὶ νίτρον, ταῦτα μίξας καὶ τρίψας λεῖα, κολλούρια ποιέειν μητρέων.
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, Θ, 40 @scaife.perseus
    Φυτεύειν δὲ συμφέρει περὶ τὰ σμήνη ἀχράδας, κυάμους, πόαν Μηδικήν, Συρίαν, ὤχρους, μυρρίνην, μήκωνα, ἕρπυλλον, ἀμυγδαλῆν.