ἀμφί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀμφί < αρχαία ελληνική ἀμφοῖν / αμφότεροι <ονομ. αιτ. ἄμφω, γεν. δοτ. ἀμφοῖν,

στον Όμηρο μόνο «ἄμφω» στην ονομαστική και αιτιατική.

Open book 01.svg Πρόθεση[επεξεργασία]

ἀμφί και

αμφίς (=τριγύρω) ποιητ. < αμφισβητέ-ω

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]