ἀμφιβάλλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αμφιβάλλω

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀμφιβάλλω < ἀμφι- + βάλλω

Ρήμα[επεξεργασία]

ἀμφιβάλλω

  1. βάζω κάτι γύρω από κάποιον
  2. (περί τινος) αμφιβάλλω
  3. για κάτι που είναι αβέβαιο

Κλίση[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]