Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀμφιβολία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : αμφιβολία

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ ἀμφιβολίᾱ αἱ ἀμφιβολίαι
      γενική τῆς ἀμφιβολίᾱς τῶν ἀμφιβολιῶν
      δοτική τῇ ἀμφιβολίᾳ ταῖς ἀμφιβολίαις
    αιτιατική τὴν ἀμφιβολίᾱν τὰς ἀμφιβολίᾱς
     κλητική ὦ! ἀμφιβολίᾱ ἀμφιβολίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀμφιβολίᾱ
γεν-δοτ τοῖν  ἀμφιβολίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀμφιβολία < ἀμφίβολος < ἀμφιβάλλω. Μορφολογικά αναλύεται σε ἀμφι- + βολ- (του βάλλω) + -ία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀμφιβολία, -ας θηλυκό

  1. (αρχική σημασία) επίθεση και από τις δυο μεριές
  2. αμφιβολία, δισταγμός
    επίσης καθαρεύουσα → δείτε παράθεμα στο παλαιογραφικῶς

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]