Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀμφιβολεύς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀμφιβολεύς οἱ ἀμφιβολεῖς
      γενική τοῦ ἀμφιβολέως τῶν ἀμφιβολέων
      δοτική τῷ ἀμφιβολεῖ τοῖς ἀμφιβολεῦσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν ἀμφιβολέ τοὺς ἀμφιβολέᾱς
     κλητική ! ἀμφιβολεῦ ἀμφιβολεῖς
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀμφιβολεῖ
γεν-δοτ τοῖν  ἀμφιβολέοιν
Δεν καταγράφονται καταλήξεις πληθυντικού σε -ῆς.
3η κλίση, ομάδα 'βασιλεύς', Κατηγορία 'Ἀντιοχεύς' όπως «Ἀντιοχεύς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀμφιβολεύς < ἀμφιβάλλω + -εύς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀμφιβολεύς, -έως αρσενικό (ελληνιστική κοινή)