ἀμφιδέξιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: αμφιδέξιος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀμφιδέξιος τὸ ἀμφιδέξιον οἱ, αἱ ἀμφιδέξιοι τὰ ἀμφιδέξια
Γενική τοῦ, τῆς ἀμφιδεξίου τοῦ ἀμφιδεξίου τῶν ἀμφιδεξίων τῶν ἀμφιδεξίων
Δοτική τῷ, τῇ ἀμφιδεξίῳ τῷ ἀμφιδεξίῳ τοῖς, ταῖς ἀμφιδεξίοις τοῖς ἀμφιδεξίοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀμφιδέξιον τὸ ἀμφιδέξιον τοὺς, τὰς ἀμφιδεξίους τὰ ἀμφιδέξια
Κλητική ἀμφιδέξιε ἀμφιδέξιον ἀμφιδέξιοι ἀμφιδέξια
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀμφιδεξίω
Γενική-Δοτική ἀμφιδεξίοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀμφιδέξιος < ἀμφι- + δεξιός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀμφιδέξιος αρσενικό ή θηλυκό, ἀμφιδέξιον ουδέτερο

  1. αμφιδέξιος, πολύ επιδέξιος, που και τα δυο του χέρια δουλεύουν σαν να ήταν δεξιά
    αντώνυμα: ἀμφαρίστερος (αδέξιος)
  2. δίκοπος
     συνώνυμα: ἀμφήκης
  3. με δύο χέρια, αμφιδέξιος, αμφίχειρας

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]