ἀμφιλύκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός
Ονομαστική ἀμφιλύκη
Γενική ἀμφιλύκης
Δοτική ἀμφιλύκ
Αιτιατική ἀμφιλύκην
Κλητική ἀμφιλύκη
δεν μαρτυρείται ο πληθυντικός

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀμφιλύκη < ἀμφι- + *λύκη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀμφιλύκη θηλυκό

  • αμφιλύκη
    ※  Ἦμος δ' οὔτ' ἄρ πω ἠώς, ἔτι δ' ἀμφιλύκη νύξ, / τῆμος ἄρ' ἀμφὶ πυρὴν κριτὸς ἔγρετο λαὸς Ἀχαιῶν, / τύμβον δ' ἀμφ' αὐτὴν ἕνα ποίεον ἐξαγαγόντες / ἄκριτον ἐκ πεδίου, ποτὶ δ' αὐτὸν τεῖχος ἔδειμαν / πύργους θ' ὑψηλούς, εἶλαρ νηῶν τε καὶ αὐτῶν. (Όμηρος, Ιλιάς, Η 433-437) λείπει η μετάφραση

Πηγές[επεξεργασία]