ἀνάκαρον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ανάκαρο

Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀνάκαρον ἀνακάρω ἀνάκαρα
Γενική ἀνακάρου ἀνακάροιν ἀνακάρων
Δοτική ἀνακάρ ἀνακάροιν ἀνακάροις
Αιτιατική ἀνάκαρον ἀνακάρω ἀνάκαρα
Κλητική ἀνάκαρον ἀνακάρω ἀνάκαρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀνάκαρον < αραβική نقّارة (naqqāra, τύμπανο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀνάκαρον ουδέτερο

  • τύμπανο, ανάκαρο
    Ἐτοιμασθέντος οὖν καὶ καβαλλικεύσαντος τοῦ βασιλέως, οἱ ἀνακαρισταὶ κρούουσι τὰ ἀνάκαρα, σαλπίζουσι δὲ καὶ οἱ σαλπιγκταὶ ὁμοίως καὶ οἱ βυκινάτορες δι' ὀργάνων ἀργυρῶν. (Γεώργιος Κωδινός, Περὶ ὀφφικιαλίων... καὶ περὶ τῶν ὀφφικίων, 172, 7-12)