ἀνάνευσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀνάνευσις ἀνανεύσει ἀνανεύσεις
Γενική ἀνανεύσεως ἀνανευσέοιν ἀνανεύσεων
Δοτική ἀνανεύσει ἀνανευσέοιν ἀνανεύσεσι(ν)
Αιτιατική ἀνάνευσιν ἀνανεύσει ἀνανεύσεις
Κλητική ἀνάνευσι ἀνανεύσει ἀνανεύσεις

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀνάνευσις < ἀνὰ + νέομαι (=πορεύομαι, έρχομαι) *· άλλη ετυμολόγηση: ἀνὰ + νεύω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀνάνευσις

  1. κίνηση της κεφαλής προς τα άνω
  2. άρνηση
  3. διαφωνία
  4. αναβίωση
  5. επάνοδος
  6. ανάπαυση
  7. αναγέννηση
  8. αναζωογόνηση
  9. ανάδυση

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ὅτι οὐκ ἔστιν ἀνάνευσις ἐν τῷ θανάτῳ αὐτῶν καὶ στερέωμα ἐν τῇ μάστιγι αὐτῶν (Δαβίδ, Ψαλμοί, 72, 4)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • ἄρνησις
  • ἀνάδυσις

Αντώνυμα[επεξεργασία]

  • ἐπίνευσις
  • κατάνευσις
  • κατάδυσις