ἀνέκδοτος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]ἀνέκδοτος, -ος, -ον
- (για κόρη) που δεν έχει παντρευτεί
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Λυσίας, Κατὰ Ἀγοράτου, 45 @scaife.perseus
- […] οἱ μὲν γονέας [σφετέρους αὐτῶν] πρεσβύτας καταλιπόντες, οἳ ἤλπιζον ὑπὸ τῶν σφετέρων αὐτῶν παίδων γηροτροφηθέντες, ἐπειδὴ τελευτήσειαν τὸν βίον, ταφήσεσθαι, οἱ δὲ ἀδελφὰς ἀνεκδότους, οἱ δὲ παῖδας μικροὺς πολλῆς ἔτι θεραπείας δεομένους:
- […] άλλοι αφήνοντας πίσω τους γέρους γονείς που ήλπιζαν ότι, αφού γηροκομηθούν από τα παιδιά τους, θα ταφούν όταν έλθει ή ώρα του θανάτου, ότι άλλοι θανατώθηκαν αφήνοντας ανύπαντρες αδελφές, κι άλλοι μικρά παιδιά που είχαν ανάγκη ακόμη από πολλή φροντίδα να μεγαλώσουν.
- Μετάφραση (2003): Γ.Α. Ράπτης, εκδόσεις: Ζήτρος. @greek-language.gr
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ψευδο-Δημοσθένης, Κατὰ Νεαίρας, 8 @scaife.perseus
- ἔτι δὲ καὶ ἡ ἑτέρα θυγάτηρ ἀνέκδοτος ἔμελλεν ἔσεσθαι·
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Δημοσθένης, Κατὰ Στεφάνου ψευδομαρτυριῶν α′, 74 @scaife.perseus
- τὰς δʼ ἡμετέρας θυγατέρας μελλούσας διʼ ἔνδειαν ἀνεκδότους ἔνδον γηράσκειν περιορᾷ.
- ※ 1ος κε αιώνας Φίλων ο Ιουδαίος, De Specialibus Legibus (lib. i‑iv), 2.125, @scaife.perseus
- παρθένοι δὲ ἐὰν ἀπολειφθῶσιν ἀνέκδοτοι, προικὸς ὑπὸ ζώντων ἔτι τῶν γονέων μὴ διωρισμένης, ἰσομοιρείτωσαν τοῖς ἄρρεσιν.
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Λυσίας, Κατὰ Ἀγοράτου, 45 @scaife.perseus
- (ελληνιστική σημασία) (για θεραπεία) μυστικός
- ※ πιθανόν 4ος κε αιώνας Φιλούμενος, De venenatis animalibus eorumque remediis, 10.9, @scaife.perseus
- ταύταιϲ χρῶ ἐπὶ τῶν δηγμάτων ἀμφοτέραιϲ. ἔϲτι δὲ αὕτη ἀφλέγμαντοϲ ἐπὶ παντὸϲ ἰοῦ, καὶ ἔϲτιν ἀνέκδοτοϲ ἡ τοιαύτη δύναμιϲ.
- ※ πιθανόν 4ος κε αιώνας Φιλούμενος, De venenatis animalibus eorumque remediis, 10.9, @scaife.perseus
- (ελληνιστική σημασία) αδημοσίευτος, ανέκδοτος
- ※ 1ος πκε αιώνας ⌘ Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη Ἱστορική, 1, 4.6 @scaife.perseus
- ἐπεὶ δʼ ἡ μὲν ὑπόθεσις ἔχει τέλος, αἱ βίβλοι δὲ μέχρι τοῦ νῦν ἀνέκδοτοι τυγχάνουσιν οὖσαι, βούλομαι βραχέα προδιορίσαι περὶ ὅλης τῆς πραγματείας.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- (αρκαδικός τύπος): ἀνέσδοτος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ανέκδοτο - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀνέκδοτος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἀνέκδοτος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ἀν- από το στερητικό ἀ- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Λυσία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Δημοσθένη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις
- Λήμματα με παραθέματα από ιατρικά κείμενα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Διόδωρο Σικελιώτη (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)