ἀνίστημι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀνίστημι < ἀνά και ἵστημι


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀνίστημι μέσο και παθητικό ἀνίσταμαι (μεταγενέστερος τύπος ἀνιστάω)

  1. στήνω όρθιο, κάνω κάποιον να σταθεί, να σηκωθεί, τον σηκώνω από το κρεβάτι, τον ξυπνάω, και ανυψώνομαι, σηκώνομαι, ξυπνάω ως αμετάβατο
    • γέροντα δὲ χειρὸς ἀνίστη: σήκωσε το γέροντα δίνοντάς του το χέρι
    • ἀναστὰς εἶπε... : και εγειρόμενος <από τη θέση του>, είπε
    • ἐξ εὐνῆς ἀνστᾶσα : όταν σηκώθηκε από το κρε3βάτι, όταν ξύπνησε
  2. ανιδρύω, εγείρω, οικοδομώ ή εγείρομαι ως αμετάβατο
    • τρόπαια πῶς ἀναστήσεις Διί;
    • ἀναστήσεις στήλας, πύργους, βωμούς, ἀνδριάντα ἐς Δελφούς
    • ἀναστήσασθαι πόλιν : έχτισε ολόκληρη πόλη για τον εαυτό του
  3. υψώνω το ανάστημά μου, στέκομαι ψηλά για να προστατεύσω
    • ὅστις... θανάτων δ᾽ ἐμᾷ χώρᾳ πύργος ἀνέστα : που ύψωσε το ανάστημά του για τη χώρα μας σαν πύργος ενάντια στο θάνατο
  4. ξαναχτίζω, αποκαθιστώ
    • καὶ μετὰ ταῦτα δεῦρ᾽ ἐλθὼν ἀνέστησε τὰ τείχη (Δημοσθένης)
  5. εξεγείρω, αναστατώνω, συγκεντρώνω στρατό, ξεσηκώνω, και αναστατώνομαι, ταράζομαι ως αμετάβατο
    • κατὰ δὲ τοὺς αὐτοὺς χρόνους, τοῦ θέρους τελευτῶντος, καὶ Ἀμπρακιῶται αὐτοί τε καὶ τῶν βαρβάρων πολλοὺς ἀναστήσαντες ἐστράτευσαν ἐπ᾽ Ἄργος τὸ Ἀμφιλοχικὸν καὶ τὴν ἄλλην Ἀμφιλοχίαν. : την ίδια εποχή, όταν τελείωνε το καλοκαίρι, οι Αμβρακιώτες μαζί με πολλούς βαρβάρους που ξεσήκωσαν, εκστρατεύσανε εναντιον του Αμφιλοχικού Άργους και της υπόλοιπης Αμφιλοχίας (Θουκυδίδης)
  6. φεύγω, σηκώνομαι και φεύγω από κάπου για να πάω κάπου αλλού με τη θέλησή μου, για μια δουλειά
    • ἀνίστατο εἰς οἴκημά τι ὡς λουσόμενος (Πλάτων)
  7. αναγκάζω κόσμο να ξεσπιτωθεί, να μεταναστεύσει
    • ἀνίστασαν τοὺς δήμους
    • ἐξ Ἄρνης ἀναστάντες ὑπὸ Θεσσαλῶν
    • ἡσυχάσασα ἡ Ἑλλὰς καὶ οὐκέτι ἀνισταμένη (Θουκυδ.)
    • χώρα ἀνεστηκυῖα (Ηρόδοτος)
  8. διαλύω συγκέντρωση
    • Πηλεΐωνι δ᾽ ἄχος γένετ᾽, ἐν δέ οἱ ἦτορ στήθεσσιν λασίοισι διάνδιχα μερμήριξεν, ἢ ὅ γε φάσγανον ὀξὺ ἐρυσσάμενος παρὰ μηροῦ τοὺς μὲν ἀναστήσειεν, ὃ δ᾽ Ἀτρεΐδην ἐναρίζοι, ἦε χόλον παύσειεν ἐρητύσειέ τε θυμόν. : θλίψη κατέβαλε τον γιο του Πηλέα και στα πονεμένα στήθη η καρδιά του χωρίστηκε: να τραβήξει το αιχμηρό σπαθό του από το μηρό και να διαλύσει τη συνάθροιση και να σκοτώσει το γιο του Ατρέα ή να κρατήσει το θυμό του καινα... (Ιλιάδα, 1.172)
  9. συνέρχομαι από στενοχώρια, βγαίνω από δύσκολη θέση, ξαναστέκομαι ψυχικά ή σωματικά στα πόδια μου, αναρρώνω από ασθένεια
    • ..ὃς τῶν ἐμῶν ἐχθρῶν μ᾽ ἔνερθεν ὄντ᾽ ἀνέστησας πέρα :<εσύ γιέ μου> ο οποίος με βοήθησες να ξανασταθώ όρθιος όταν είχα πέσει στα πόδια των εχθρών μου (Σοφοκλής, Φιλοκτήτης)
    • αὐτός τε ἐκ τῆς νούσου ἀνέστη
  10. ανασταίνω από τους νεκρούς
    • ἀλλ᾽ οὔτοι τόν γ᾽ ἐξ Ἀΐδα παγκοίνου λίμνας πατέρ᾽ ἀνστάσεις οὔτε γόοισιν οὔτ᾽ εὐχαῖς. : αλλά ποτέ, ούτε με κλάματα γοερά ούτε με προσευχές, δεν θα αναστήσεις τον πατέρα σου από τη λίμνη του Άδη που δέχεται όλους τους ανθρώπους (Σοφοκλής, Ηλέκτρα)
  11. καλώ στο βήμα ως μάρτυρα σε δίκη
    • μάρτυρα ἀναστής


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]