Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀναίτιος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αναίτιος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἀναίτιος ἀναιτί
& ἀναίτιος
τὸ ἀναίτιον
      γενική τοῦ ἀναιτίου τῆς ἀναιτίᾱς
& ἀναιτίου
τοῦ ἀναιτίου
      δοτική τῷ ἀναιτί τῇ ἀναιτί
& ἀναιτί
τῷ ἀναιτί
    αιτιατική τὸν ἀναίτιον τὴν ἀναιτίᾱν
& ἀναίτιον
τὸ ἀναίτιον
     κλητική ! ἀναίτιε ἀναιτί
& ἀναίτιε
ἀναίτιον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἀναίτιοι αἱ ἀναίτιαι
& ἀναίτιοι
τὰ ἀναίτι
      γενική τῶν ἀναιτίων τῶν ἀναιτίων
& ἀναιτίων
τῶν ἀναιτίων
      δοτική τοῖς ἀναιτίοις ταῖς ἀναιτίαις
& ἀναιτίοις
τοῖς ἀναιτίοις
    αιτιατική τοὺς ἀναιτίους τὰς ἀναιτίᾱς
& ἀναιτίους
τὰ ἀναίτι
     κλητική ! ἀναίτιοι ἀναίτιαι
& ἀναίτιοι
ἀναίτι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀναιτίω τὼ ἀναιτί
& ἀναιτίω
τὼ ἀναιτίω
      γεν-δοτ τοῖν ἀναιτίοιν τοῖν ἀναιτίαιν
& ἀναιτίοιν
τοῖν ἀναιτίοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'δίκαιος' όπως «δίκαιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀναίτιος < ἀν- + αἴτιος  δείτε τη λέξη αἰτία

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀναίτιος, -ος, -ον και -ος, -α, -ον

  1. που δεν φταίει, δεν είναι αίτιος
  2. αναίτιος, χωρίς αιτία

Συγγενικά

[επεξεργασία]