Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀναβατός

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀναβατός < ἀναβαίνω  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀναβατός ( & επικός τύπος ἄμβατος και ἀμβατὸς )

Συγγενικά

[επεξεργασία]