ἀναγκαστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀναγκαστικός < ἀναγκάζω

Επίθετο[επεξεργασία]

ἀναγκαστικός, -ή, -όν