Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀναδίπλωσις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀναδίπλωσῐς αἱ ἀναδιπλώσεις
      γενική τῆς ἀναδιπλώσεως τῶν ἀναδιπλώσεων
      δοτική τῇ ἀναδιπλώσει ταῖς ἀναδιπλώσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἀναδίπλωσῐν τὰς ἀναδιπλώσεις
     κλητική ! ἀναδίπλωσῐ ἀναδιπλώσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀναδιπλώσει
γεν-δοτ τοῖν  ἀναδιπλωσέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀναδίπλωσις < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀναδίπλωσις, -εως θηλυκό

  1. (για έντερα ζώων) δίπλωση
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, 2, 17 @scaife.perseus
    Καὶ τὸ τοῦ ἐντέρου δὲ μέγεθος ἁπλοῦν, καὶ ἀναδίπλωσιν ἔχει, ὃ ἀναλύεται εἰς ἕν.
  2. (ελληνιστική σημασία, ιατρική) διπλή μόλυνση
  3. (ελληνιστική σημασία, στη ρητορική) επανάληψη
  4. (ελληνιστική σημασία, γραμματική) αναδιπλασιασμός