ἀναδίπλωσις
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ἀναδίπλωσῐς | αἱ | ἀναδιπλώσεις |
| γενική | τῆς | ἀναδιπλώσεως | τῶν | ἀναδιπλώσεων |
| δοτική | τῇ | ἀναδιπλώσει | ταῖς | ἀναδιπλώσεσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὴν | ἀναδίπλωσῐν | τὰς | ἀναδιπλώσεις |
| κλητική ὦ! | ἀναδίπλωσῐ | ἀναδιπλώσεις | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀναδιπλώσει | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀναδιπλωσέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀναδίπλωσις < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἀναδίπλωσις, -εως θηλυκό
- (για έντερα ζώων) δίπλωση
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, 2, 17 @scaife.perseus
- (ελληνιστική σημασία, ιατρική) διπλή μόλυνση
- (ελληνιστική σημασία, στη ρητορική) επανάληψη
- (ελληνιστική σημασία, γραμματική) αναδιπλασιασμός
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀναδίπλωσις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'δύναμις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμις' θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοτέλη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις
- Ιατρική (ελληνιστική κοινή)
- Γραμματική (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)