ἀναλίσκω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀναλίσκω < ἀνά + Fαλ + ισκ + ω (υπάρχει και η άποψη ότι προέρχεται από το ἁλίσκομαι, όμως δεν θεωρείται η πιθανότερη)

ῥίζ. ἀλ- με την πρόσληψη του προσφύματος ισκ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἀναλίσκω και ἀναλόω-ἀναλῶ

  1. δαπανώ, ξοδεύω
    • ὅσα ἀνήλωσαν χρήματα Συρακόσιοι ἐς τὸν πόλεμον..
  2. σκοτώνω
    • καὶ ἄλλους τινὰς ἀνεπιτηδείους τῷ αὐτῷ τρόπῳ κρύφα ἀνήλωσαν : και μερικούς ακόμη που δεν τους εξυπηρετούσαν στα σχέδιά τους, τους σκότωσαν στα κρυφά (Θουκ. Πελ. Πολ. 8.65)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αρχικοί Χρόνοι Ενεργητική Φωνή Απαρέμφατο Μετοχή
Ενεστώτας ἀναλίσκω και ἀναλόω ἀναλίσκειν και ἀναλοῦν ἀναλίσκων-ουσα-ον και ἀναλῶν
Παρατατικός ἀνήλισκον και ἀνήλουν
Μέλλοντας ἀναλώσω ἀναλώσειν ἀναλώσων -ουσα -ῶσον
Αόριστος ἀνήλωσα και (κατ)ηνάλωσα ἀναλῶσαι ἀναλώσας -σασα -ῶσαν
Παρακείμενος ἀνήλωκα ἀνηλωκέναι ἀνηλωκώς -κυῖα -κός
Υπερσυντέλικος ἀνηλώκειν



Αρχικοί Χρόνοι Μέση-Παθητική Φωνή Απαρέμφατο Μετοχή
Ενεστώτας ἀναλίσκομαι ἀναλίσκεσθαι ἀναλισκόμενος-ομένη-όμενον
Παρατατικός ἀνηλισκόμην και ἀνηλούμην
Μέλλοντας ἀναλωθήσομαι ἀνηλωθήσεσθαι ἀναλωθησόμενος -ομένη -όμενον
Αόριστος ἀνηλώθην ἀναλωθῆναι ἀναλωθείς -εῖσα -έν
Παρακείμενος ἀνήλωμαι και (κατ)ηνάλωμαι ἀνηλῶσθαι ἀνηλωμένος -ομένη -ομένον
Υπερσυντέλικος ἀνηλώμην

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • υπάρχουν και τύποι με εξωτερική αύξηση όπως (ἠνάλωσα- ἠναλώθην-ἠνάλωμαι) αλλά απαντούν μόνον στα σύνθετα με την πρόθεση κατά (κατηνάλωσα, κατηναλώθην και κατηνάλωμαι).