Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀναμφήριστος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἀναμφήριστος τὸ ἀναμφήριστον
      γενική τοῦ/τῆς ἀναμφηρίστου τοῦ ἀναμφηρίστου
      δοτική τῷ/τῇ ἀναμφηρίστ τῷ ἀναμφηρίστ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀναμφήριστον τὸ ἀναμφήριστον
     κλητική ! ἀναμφήριστε ἀναμφήριστον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἀναμφήριστοι τὰ ἀναμφήριστ
      γενική τῶν ἀναμφηρίστων τῶν ἀναμφηρίστων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀναμφηρίστοις τοῖς ἀναμφηρίστοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀναμφηρίστους τὰ ἀναμφήριστ
     κλητική ! ἀναμφήριστοι ἀναμφήριστ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀναμφηρίστω τὼ ἀναμφηρίστω
      γεν-δοτ τοῖν ἀναμφηρίστοιν τοῖν ἀναμφηρίστοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀναμφήριστος (ελληνιστική κοινή) < ἀν- στερητικό + ἀμφήριστος (< ἀμφί + ἐρίζω)

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀναμφήριστος, -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]