ἀναμφήριστος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀναμφήριστος (ελληνιστική κοινή) < ἀν- στερητικό + ἀμφήριστος (< ἀμφί + ἐρίζω)
Επίθετο
[επεξεργασία]ἀναμφήριστος, -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)
- αναμφίβολος, αδιαφιλονίκητος, αναντίρρητος
- ※ 4ος/5ος κε αιώνας ⌘ Νόννος ὁ Πανοπολίτης, Μεταβολὴ τοῦ κατὰ Ἰωάννην Ἁγίου Εὐαγγελίου, 20.125, (20.124-20.125) @books.google.gr
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀναμφήριστος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις προπαροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με πρόθημα ἀν- από το στερητικό ἀ- (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Επίθετα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Νόννο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)