ἀνασαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀνασαίνω< μεσαιωνική ελληνική ἀνασαίνω και ἀνεσαίνω < ή από την αρχαία ελληνική ἄνεσις ( < ἀνίημι) ή άμεσα από το ἀνίημι μέσω του αορίστου του ἀνέσαιμι

Ρήμα[επεξεργασία]

ἀνασαίνω


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: ανασαίνω